Σε στιγμές σαν αυτές που ζει η Γαλλία, οι (ακρο)δεξιοί και τα συστημικά ΜΜΕ δεν έχουν να πουν τίποτε άλλο παρά για τη βία κατά των περιουσιών και των δημόσιων κτιρίων.

Καταδικάζουμε τη βία εναντίον μας, όχι εναντίον της τζαμαρίας

Τις περισσότερες φορές οι εκπρόσωποι από το αριστερό ημισφαίριο απαντούν αμυντικά και φοβικά απέναντι στο (ακρο)δεξιό θράσος. Ακόμα και όταν αναφέρονται στη συστημική βία, δεν μπορούν να βρουν λόγια, εικόνες, συναισθήματα ώστε να εκμεταλλευτούν τα εξαρτημένα αντανακλαστικά των (ακρο)δεξιών που αποφεύγουν να μιλήσουν πάντα για την ουσία. Ο Δεκέμβρης είχε καλύτερη ρητορική: «Μας ρημάξατε τη ζωή, θα ρημάξουμε τα πάντα». Αλήθεια, ποιος έσπασε πρώτος τους εργαζόμενους που πεθαίνουν σωρηδόν από τα εργατικά ατυχήματα; τους 57 των Τεμπών; τους χιλιάδες μετανάστες λίγο έξω από τις ελληνικές ακτές; την οικογενειακή ζωή τόσων ανθρώπων που δεν έχουν χρόνο να μεγαλώσουν τα παιδιά τους; τον ελεύθερο χρόνο όσων δεν μπορούν να χαρούν τη ζωή τους λόγω υπερεργασίας; την ψυχική υγεία τόσων ανθρώπων που πάσχουν από burn out και αγχογόνα ψυχικά νοσήματα; Ποιος τα έσπασε όλα αυτά; Ξαναφτιάξτε όσα σπάσατε και μετά να ζητάτε την αποζημίωσή σας. Αυτή θα έπρεπε να είναι η απάντηση σε όσους/ες βλέπουν τη ζωή των άλλων ως κάτι πιο αδιάφορο και από τζάμια.

Η ερμηνεία της κινηματικής βίας

Η βία, όπως έχει καταδείξει ο πάπας της κινηματικής θεωρίας Τσαρλς Τίλι, ερμηνεύεται με τρεις τρόπους: ως αποτέλεσμα 1) των ιδεών των δρώντων, 2) των κινήτρων/ενστίκτων τους, 3) των σχέσεων που αναπτύσσουν με άλλους δρώντες (π.χ. την αστυνομία, την κυβέρνηση). Οι δεξιοί, στην προσπάθειά τους όχι να εξηγήσουν αλλά να δικαιολογηθούν και να επιτεθούν, υποστηρίζουν πάντα τις δύο πρώτες ερμηνείες και αγνοούν επιδεικτικά την τρίτη, που είναι και η πιο σωστή. Η «ψυχολογιοποίηση» τους εξυπηρετεί, αφού αφήνει άθικτο το σύστημα που τους βολεύει. Όμως, δεν υπάρχουν βίαιοι άνθρωποι/διαδηλωτές per se, η βία προκύπτει σχεσιακά. Οι περισσότερες κινητοποιήσεις δεν περιλαμβάνουν βία, και όποτε περιλαμβάνουν, αυτή προκύπτει μέσα από τις διαδράσεις μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών. Συνήθως, η αστυνομία απαντά δυσανάλογα ώστε να διαλύσει την κινητοποίηση ή προκαλεί να την προκαλέσουν ώστε να κάνει πάλι το ίδιο. Σε συντριπτικό ποσοστό, όταν απουσιάζει κάποιος από το τρίγωνο αστυνομία-«μαύροι»-πλήθος διαδηλωτών, δεν σημειώνονται επεισόδια. Η δυναμική συνύπαρξή τους και όχι οι ιδέες ή οι προδιαθέσεις κάποιων βίαιων per se διαδηλωτών ευθύνονται για τα βίαια επεισόδια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι «μαύροι» δεν ξεκινούν ποτέ τα επεισόδια από μόνοι τους, όπως άλλωστε και η αστυνομία. Και σε αυτή την περίπτωση όμως πρέπει να ρωτήσουμε: Ποιος έσπασε πρώτος; Η οργή των «μαύρων» είναι απολύτως δικαιολογημένη, αφού τα όργανα της τάξης έχουν γραμμένο τον νόμο εκεί που δεν πιάνει μελάνι – και συμπεριφέρονται αναλόγως. Οι ευρωπαϊκές αστυνομίες, όπως έχουν αναλύσει οι Ντελαπόρτα και Ρέιτερ, ύστερα από τα κινήματα του ’60 και του ’70 μετατράπηκαν από «αστυνομίες του κράτους», με αποκλειστικό σκοπό τη διατήρηση της τάξης, σε «αστυνομίες του πολίτη», με μέριμνα την προστασία των πολιτών και τον σεβασμό των συνταγματικών ελευθεριών. Από την έναρξη της οικονομικής κρίσης μετατράπηκαν εκ νέου σε αστυνομίες του κράτους που δίνουν λογαριασμό μόνο στο αφεντικό τους και σε κανέναν άλλο. Η γαλλική και η ελληνική αστυνομία είναι αστυνομίες του κράτους – και η γαλλική φημίζεται για τη σκληρότητά της. Η ατιμωρησία όμως των αστυνομικών εντείνει την οργή της νεολαίας, με την οποία ανοίγουν συνεχώς βεντέτα. (Δείτε τον Φάκελο 137, μια φετινή γαλλική αστυνομική ταινία για τον τρόπο που η γαλλική αστυνομία προστάτευσε αστυνομικούς που δολοφόνησαν ένα παιδί τις μέρες των «κίτρινων γιλέκων» το 2018).

Η βία των ισχυρών παράγει τη βία των ανίσχυρων. Από τη μία, η προτροπή «πλουτίστε» και ο στιγματισμός της φτώχειας και, από την άλλη, νέοι αποκλεισμοί, σύγχρονες περιφράξεις. Όλη η κοινωνική ζωή είναι πλέον γεμάτη από γυάλινα ταβάνια: να κοιτάς, αλλά να μην μπορείς να φτάσεις. Το σπάσιμο τις βιτρίνας και η κλοπή του άπιαστου αντικειμένου αποτελεί σε συμβολικό επίπεδο την πιο μεστή νοήματος πράξη αντίστασης.

Καταναλώνοντας το θέαμα

Αφήνοντας κατά μέρος τις απαρχαιωμένες (ακρο)δεξιές κριτικές που στοχεύουν μονίμως στη δημιουργία «ηθικού πανικού», θα πρέπει να καλλιεργήσουμε τη δική μας προβληματική. Ζούμε σε μια εποχή όπου ο ψηφιακός χώρος είναι αδιαχώριστος από τον μη ψηφιακό. Και αυτό έχει επηρεάσει βαθιά και τη συλλογική δράση. Ο διαδικτυακός ακτιβισμός είναι πλέον ο πιο δημοφιλής ακτιβισμός και η περσόνα που καλλιεργούμε στα σόσιαλ μίντια αφορά και την πολιτική μας περσόνα. Στο πλαίσιο αυτό, ο κατακλυσμός από εικόνες και βίντεο, ο διαμοιρασμός και ο σχολιασμός τους απορροφούν τον περισσότερο από τον χρόνο που αφιερώνουμε στην πολιτική μας «κοινωνικοποίηση» και δράση. Όμως, εκτός από τα προφανή και πολυσυζητημένα πλεονεκτήματα, η πολιτική δραστηριοποίηση στον ψηφιακό χώρο έχει και μειονεκτήματα: μετατρέπει την πολιτική δράση σε θέαμα προς κατανάλωση και τη δημόσια προβολή της πολιτικής ταυτότητάς μας σε ύψιστη μορφή πολιτικής δράσης. Θα μου πείτε: τα κινήματα στις μέρες μας είναι παγκοσμιοτοπικά, glocal, λογικό είναι να εμπνεόμαστε βλέποντας εικόνες συλλογικής δράσης σε άλλες χώρες. Συμφωνώ. Όμως, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η σύμφυση του content creator και του social movement actor μπορεί να μας μετατρέψει όλους/ες σε prosumers (producers-consumers) πολιτικού περιεχομένου. Απόλυτα ενταγμένοι/ες στην οικονομία της προσοχής, ενδέχεται να μην αναγνωρίζουμε στον εαυτό μας όσα προφητικά διαβάζουμε στην Κοινωνία του θεάματος.

Φωτό:  Δανάη Δαυλοπούλου / Eurokinissi