Στις 17 Ιουλίου 1926 γεννήθηκε ο Νίκος Καρούζος, ένας από τους σπουδαιότερους και πιο ανυπότακτους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Οι περισσότερες βιογραφίες αναφέρουν ως τόπο γέννησής του το Ναύπλιο, ενώ νεότερη τοπική έρευνα υποστηρίζει ότι γεννήθηκε στο Άργος και μεγάλωσε στο Ναύπλιο.
Γιος δασκάλου ενταγμένου στο ΕΑΜ, ο Καρούζος γνώρισε από νωρίς τη δίωξη και την πολιτική βία. Στα μαθητικά του χρόνια συμμετείχε στην ΕΠΟΝ. Μετά την Απελευθέρωση εξορίστηκε στην Ικαρία και αργότερα στη Μακρόνησο, από όπου επέστρεψε έπειτα από σοβαρό νευρικό κλονισμό.
Στους λογοτεχνικούς κύκλους έγινε ευρύτερα γνωστός τη δεκαετία του ’60 με τις συλλογές «Η έλαφος των άστρων» (1962), «Ο υπνόσακκος» (1964) και «Πενθήματα» (1969). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Νέα Εστία, Αθηναϊκά Γράμματα, Ευθύνη, Σπείρα, Τραμ, Τομές, Το Δέντρο, Η λέξη. Τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1962) και το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1988).
Η ριζοσπαστικότητά του δεν περιορίστηκε στη βιογραφία του ούτε ταυτίστηκε με μια απλή κομματική στράτευση. Διαπέρασε ολόκληρη την ποίησή του ως αμφισβήτηση της εξουσίας, της κοινωνικής πειθαρχίας, της αλλοτρίωσης και κάθε βεβαιότητας που μετατρέπει τον άνθρωπο σε υπήκοο. Στο έργο του συναντώνται η επαναστατική επιθυμία, η μεταφυσική αγωνία, ο χριστιανικός συμβολισμός, η αναρχική ουτοπία και το όραμα μιας αταξικής κοινωνίας.
«Η εξουσία είναι της ιστορίας η ευκοιλιότητα», έγραφε στη Νεολιθική Νυχτωδία στην Κροστάνδη, για να καταλήξει στο ερώτημα και την απάντηση: «Εμείς πού αληθεύουμε; Στην επανάσταση». Σε άλλους στίχους του επέμενε πως, ακόμη κι όταν «κρυώνουν οι μεγάλες ιδέες», «ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει».
Ο Καρούζος δεν αντιμετώπιζε την ποίηση ως καταφύγιο έξω από την κοινωνία. Τη θεωρούσε τρόπο αποκάλυψης και αντίστασης. «Η κρατική εξουσία μισεί τους ποιητές», έλεγε, επειδή η ποίηση δεν πειθαρχεί εύκολα στις εντολές της. Σε συνέντευξή του το 1980 ασκούσε σκληρή κριτική στη νεοελληνική πραγματικότητα: «Από τότε που έγινε “ανεξάρτητο” κράτος η Ελλάδα ζει με πανικούς».
Πέθανε στις 28 Σεπτεμβρίου 1990, αφήνοντας πίσω του μια ποίηση δύσκολη, παιγνιώδη, βαθιά πολιτική και ακατάπαυστα ελεύθερη: μια γλώσσα που αρνήθηκε να συμφιλιωθεί με τον κόσμο όπως είναι.





