Κάθε εποχή αφήνει πίσω της ορισμένες εικόνες που λειτουργούν ως συμπυκνωμένες αλληγορίες της. Δεν είναι απαραίτητα οι σημαντικότερες, είναι εκείνες που αποκαλύπτουν, με τρόπο σχεδόν ακούσιο, τη βαθύτερη λογική του κοινωνικού συστήματος που τις παρήγαγε. Η φωτογραφία του εργαζόμενου στην Πάρο –θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε τουριστικός προορισμός– ο οποίος βαδίζει μέσα στη θάλασσα κρατώντας έναν δίσκο για να σερβίρει πελάτες που δεν θεωρούν καν αναγκαίο να βγουν από το νερό, ανήκει ήδη σε αυτή την κατηγορία.
Δεν είναι μια ακόμη τουριστική υπερβολή, αλλά η εικονογράφηση ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Όχι του συμβολαίου ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος, αλλά εκείνου ανάμεσα στο κεφάλαιο και την κοινωνία: εσείς θα παράγετε αδιάκοπα εμπειρίες κατανάλωσης, εμείς θα σας επιτρέπουμε να εργάζεστε για να επιβιώνετε.
Σερβίροντας την ανισότητα
Η εικόνα αυτή δεν προσφέρεται για ηθικολογία, η ηθική αγανάκτηση είναι εύκολη και, συχνά, καθησυχαστική. Επιτρέπει να πιστέψουμε ότι το πρόβλημα περιορίζεται στον συγκεκριμένο εργοδότη ή στον συγκεκριμένο πελάτη. Ότι αρκεί να καταδικάσουμε ορισμένες «ακραίες συμπεριφορές» για να διασωθεί η κανονικότητα.
Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Η σκηνή είναι σοκαριστική επειδή είναι απολύτως κανονική. Αποτελεί τη φυσική κατάληξη ενός οικονομικού μοντέλου που εδώ και δεκαετίες αναγορεύει την ανταγωνιστικότητα σε υπέρτατη κοινωνική αξία, αντιμετωπίζει κάθε μορφή συλλογικής προστασίας ως στρέβλωση της αγοράς, και αναθέτει στην ιδιωτική κερδοφορία ακόμη και τη διαχείριση των δημόσιων αγαθών. Εκεί όπου η εργασία παύει να είναι πολιτική σχέση και γίνεται απλώς συντελεστής παραγωγής, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια μετατρέπεται αναπόφευκτα σε μεταβλητό κόστος.
Αυτό δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Είναι η λογική κατάληξη του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού που περιέγραψε ο Πέρι Άντερσον ήδη από τη δεκαετία του 1990: η νίκη του δεν συνίσταται μόνο στην εφαρμογή συγκεκριμένων οικονομικών πολιτικών, αλλά στην ικανότητά του να επιβάλλει τη σκέψη και την κοσμοθεωρία του ακόμη και στους αντιπάλους του. Όταν η κοινωνία αρχίζει να μετρά την επιτυχία αποκλειστικά με αφίξεις, πληρότητες και επενδύσεις, τότε ο άνθρωπος που μεταφέρει ποτά μέσα στη θάλασσα παύει να αποτελεί σκάνδαλο και μετατρέπεται σε «ανταγωνιστικό πλεονέκτημα».
Εκεί βρίσκεται η πραγματική ιδεολογική νίκη. Η αγορά δεν κυριαρχεί επειδή καταργεί τη δημοκρατία, κυριαρχεί επειδή κατορθώνει να εμφανίζεται ως η φυσική μορφή της δημοκρατίας. Από αυτή την άποψη, η στάση του πελάτη παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον ακόμη και από εκείνη του εργοδότη –η εργοδοτική αυθαιρεσία, άλλωστε, είναι δομικό χαρακτηριστικό κάθε άνισης σχέσης ισχύος, εκείνο που απαιτεί εξήγηση είναι η κοινωνική συναίνεση που τη συνοδεύει.
Ο λουόμενος δεν βλέπει απέναντί του έναν εργαζόμενο, βλέπει μια υπηρεσία.
Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Ο άνθρωπος εξαφανίζεται πίσω από τη λειτουργία του. Αυτό που ο Μαρξ περιέγραψε ως αλλοτρίωση, αποκτά πλέον νέα μορφή: η εργασία δεν αποκρύπτει απλώς τον εργαζόμενο, τον υποκαθιστά ολοκληρωτικά. Η προσωπικότητα διαλύεται μέσα στην επαγγελματική ιδιότητα. Δεν υπάρχει σερβιτόρος που κάνει μια δουλειά, αλλά η δουλειά που προσωρινά χρησιμοποιεί έναν άνθρωπο.
Γι’ αυτό και ο εξευτελισμός δεν προκαλεί αμηχανία. Επειδή έχει ήδη κανονικοποιηθεί.
Από τον πολίτη στον καταναλωτή
Εδώ, ο Τόνι Τζουντ θα μιλούσε πιθανότατα για την ηθική αποδιάρθρωση των σύγχρονων κοινωνιών. Στο Ill Fares the Land υποστήριζε ότι το μεγαλύτερο επίτευγμα του νεοφιλελευθερισμού δεν ήταν η αύξηση των ανισοτήτων αλλά η διάβρωση του ίδιου του δημόσιου λεξιλογίου. Σταματήσαμε να μιλάμε για δικαιοσύνη και αρχίσαμε να μιλάμε για αποτελεσματικότητα. Δεν μιλάμε για πολίτες αλλά για καταναλωτές. Σταματήσαμε να αξιολογούμε τις κοινωνίες με βάση την ποιότητα των σχέσεών τους, αλλά με βάση τις αποδόσεις των αγορών τους.
Η Ελλάδα του τουρισμού αποτελεί σχεδόν εργαστηριακή εφαρμογή αυτής της μετάλλαξης, τη στιγμή μάλιστα που οι μισοί περίπου κάτοικοι της χώρας αδυνατούν να κάνουν διακοπές. Την ίδια ώρα βέβαια, τα ελληνικά νησιά μετατρέπονται σε διεθνή brands που απευθύνονται σε εισοδήματα απρόσιτα για την πλειονότητα των κατοίκων, οι ελεύθερες παραλίες συρρικνώνονται, ο δημόσιος χώρος εκχωρείται σε ιδιώτες, η κατοικία εκτοπίζεται από τη βραχυχρόνια μίσθωση, οι εργαζόμενοι αδυνατούν να νοικιάσουν σπίτι στον τόπο όπου εργάζονται. Με άλλα λόγια, ολόκληρη η γεωγραφία της χώρας ανασχεδιάζεται σύμφωνα με τις ανάγκες της τουριστικής συσσώρευσης.
Δεν πρόκειται απλώς για οικονομική ανισότητα αλλά για ανακατανομή του ίδιου του δικαιώματος στον χώρο. Η θάλασσα, το τοπίο, η παραλία, ακόμη και η σκιά, μετατρέπονται σταδιακά από κοινά αγαθά σε εμπορεύματα. Και όταν ο δημόσιος χώρος ιδιωτικοποιείται, ακολουθεί αναπόφευκτα και η ιδιωτικοποίηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Όταν το κράτος συνειδητά αποχωρεί
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η συστηματική αποδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών. Δεν πρόκειται για απλή διοικητική ανεπάρκεια αλλά για συνειδητή πολιτική επιλογή. Οι Ανεξάρτητες Αρχές που δεν διαθέτουν προσωπικό, η σχεδόν καταργημένη Επιθεώρηση Εργασίας, το κράτος που εμφανίζεται μόνο για να διευκολύνει την επένδυση και όχι για να προστατεύσει τον εργαζόμενο, συνιστούν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας αντίληψης: πρωτίστως η ελευθερία του κεφαλαίου, δευτερευόντως τα δικαιώματα της κοινωνίας.
Η απάντηση, λοιπόν, στην εικόνα της Πάρου δεν μπορεί να περιοριστεί στην ηθική καταδίκη ενός εργοδότη ή στην αγανάκτηση απέναντι σε έναν πελάτη. Απαιτεί πολιτική αναμέτρηση με το μοντέλο που παράγει και τους δύο. Γιατί όταν μια κοινωνία αποδέχεται ότι ένας άνθρωπος οφείλει να μπαίνει στη θάλασσα ντυμένος για να μη χαλάσει η άνεση κάποιου άλλου, δεν έχει απλώς χάσει το μέτρο. Έχει αρχίσει να ξεχνά τι σημαίνει δημοκρατία στην καθημερινή ζωή: ότι κανένα κέρδος, καμία τουριστική επένδυση, καμία «premium experience», δεν μπορούν να αξίζουν περισσότερο από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.





