Γιάννης Βούλγαρης, «Στην άκρη του γκρεμού -Ελλάδα 2010 -2019», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2025
Ευτυχώς, δεν πάθαμε και τίποτε. Αν θέλαμε να συγκεφαλαιώσουμε σε μια μόνη αντίθεση τη διαφορά μεταξύ «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών», μια καλή επιλογή θα ήταν αυτή μεταξύ της άποψης πως τα μνημόνια ήταν αναγκαία και της άλλης που ισχυρίζεται πως το φάρμακο υπήρξε πολύ χειρότερο από την ασθένεια.
Ο Γιάννης Βούλγαρης ανήκει, μετά παρρησίας, στους πρώτους. Επιπλέον, είναι από τους πιο σοβαρούς ανάμεσά τους. Αρκεί να σκεφτούμε πως μεταξύ τους συμπεριλαμβάνεται και ο Άδωνις! Ή πως το πιο ευπώλητο, με διαφορά, βιβλίο των οπαδών του «Μένουμε Ευρώπη» είναι το πόνημα της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτωρίας Δενδρινού, Η τελευταία μπλόφα, σύμφωνα με το οποίο οι αυξήσεις στο Δημόσιο, μεταξύ 2000 και 2008, ήταν της τάξης του 180% -σα να λέμε, μια εκπαιδευτικός είδε τον μισθό της να πηγαίνει από 1.000 ευρώ σε 2.800 ευρώ!
Πολιτική επιλογή
Ο Βούλγαρης, λοιπόν, μάς προσφέρει την πολύ σπάνια δυνατότητα να παρακολουθήσουμε, μαζί με τα γεγονότα, και την ανάπτυξη του επιχειρήματος όσων θεώρησαν πως η Αριστερά τότε είχε άδικο σε όλα –στην ανάλυση, στην πολιτική δράση, στην πρόταση διεξόδου.
Πρέπει να σημειώσω εξαρχής πως δεν συμφωνούν όλοι οι «ευρωπαϊστές» στη θετική αποτίμηση των μνημονίων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του εκσυγχρονιστή υπουργού Οικονομικών Νίκου Χριστοδουλάκη, ο οποίος διατύπωσε την άποψη ότι υπήρχε καλύτερη επιλογή από τα μνημόνια για την αντιμετώπιση των αδιεξόδων μπροστά στα οποία βρέθηκε η Ελλάδα μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης. Το υπογραμμίζω, για να πω πως ακόμη και για όσους υπερασπίζονται την απόλυτη αναγκαιότητα της παρουσίας της Ελλάδας στον σκληρό πυρήνα (sic) της Ευρωζώνης, τα μνημόνια δεν ήταν μονόδρομος.
Η επιβολή και η μετέπειτα αποδοχή τους ήταν πολιτική επιλογή. Μία μεταξύ άλλων. Η πιο επώδυνη και καταστροφική για το μέλλον. Όπως φάνηκε αργότερα, με την εφαρμογή της ποσοτικής χαλάρωσης, με τη λειτουργία, δηλαδή, της ΕΚΤ ως δανειστή έσχατης καταφυγής, μια λύση ήταν προφανής, ακόμη κι αν δεν επιλεγόταν η αμοιβαιοποίηση του χρέους.
Η επιλογή αυτή ήταν συνδεδεμένη με την ανάγκη διάσωσης εκτεθειμένων γαλλικών και γερμανικών τραπεζών. Κυρίως, όμως, αφορούσε τη μανιακή εφαρμογή της λιτότητας, την εφαρμογή, δηλαδή, μιας ταξικής πολιτικής που θα έριχνε όλα τα βάρη της κρίσης στις εργατικές τάξεις. Εκ του αποτελέσματος, δεν υπάρχει τίποτε σαφέστερο. Αρκεί να δει κάποιος πού βρίσκονται οι μισθοί και πού τα κέρδη και οι πρόσοδοι ιδιοκτησίας στην Ελλάδα δεκαέξι χρόνια μετά από το 2010. Και ας προσθέσει πως, βάσει αισιόδοξων υπολογισμών, το διαθέσιμο εισόδημα θα φτάσει αυτό του 2008 μετά από το 2038!
Αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η τεράστια παραγωγική και τεχνολογική υστέρηση της ΕΕ σε σχέση με την Κίνα, ακόμα και τις ασθμαίνουσες ΗΠΑ, είναι η καλύτερη απόδειξη της παταγώδους αποτυχίας των πολιτικών που επιλέχθηκαν και επιβλήθηκαν με το στανιό, κυριολεκτικά.
Τι έφταιξε;
Νομίζω, μάλιστα, πως η ίδια η ανάπτυξη του επιχειρήματος στο βιβλίο το αποδομεί καλύτερα από οποιαδήποτε «αντιμνημονιακή» ανάλυση. Ο Βούλγαρης μάς θυμίζει πως οι τεχνοκρατικές ομάδες που ανέλαβαν να υλοποιήσουν τις «μεταρρυθμίσεις» έπεσαν σε όλα έξω· στην πρόβλεψη για τη διόρθωση των δημοσιονομικών, για την έξοδο στις «αγορές» και, κυρίως, για το βάθος και τη διάρκεια της ύφεσης.
Το γεγονός πως η ύφεση, μέσα σε πρωτοφανώς σύντομη περίοδο, οδήγησε σε κατάρρευση του ΑΕΠ –πτώση άνω του 25%–, κατάρρευση, κατά 40%, του διαθέσιμου εισοδήματος, αύξηση της ανεργίας στο 30% και στους νέους άνω του 60%, εκτόξευση της φτώχειας σε πάνω από 40% με μέτρο το 2008 είναι εκκωφαντική απόδειξη πως η κρίση δεν ήρθε με τα μνημόνια, αλλά έγινε κόλαση λόγω των μνημονίων. Το φάρμακο ήταν πολύ χειρότερο από την ασθένεια· φτάνει να έχεις μάτια, για να το δεις.
Η ΕΕ, λοιπόν, δεν ήταν η σωτηρία, αλλά η καταστροφή μας. Ο αντιμνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ δικαιώθηκε πλήρως και στην ανάλυση και στην πρόταση. Και αν και το «Καμιά θυσία για το ευρώ» δεν σήμαινε έξοδο, κατ’ ανάγκη, δεν τεκμαίρεται από πουθενά πως η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα θα είχε χειρότερες επιπτώσεις από ό,τι είχαν τα Μνημόνια -δεν τεκμαίρεται από πουθενά. Άλλωστε, η ελληνική ύφεση υπήρξε η μεγαλύτερη στην ιστορία του καπιταλισμού. Ακόμη και μέσα στους Παγκόσμιους Πολέμους, πολλές χώρες δεν βίωσαν παρόμοια καταστροφή.
Τι ήταν αυτό που, κυρίως, έφταιξε, τελικά, για τον Βούλγαρη; Ήταν περισσότερο όσα προηγήθηκαν παρά όσα συνέβησαν συγχρονικά με την κρίση. Παρόλο που ο ίδιος, ακριβώς επειδή είναι σοβαρός, δεν πέφτει στη γελοία απόρριψη της μεταπολιτευτικής περιόδου, η οποία συνήθως αφορά τις εργατικές και δημοκρατικές κατακτήσεις· παρόλο που δεν αποδέχεται την εικόνα μιας Ελλάδας της αστακομακαρονάδας, η οποία, άλλωστε, υπήρχε μόνο στην εμπειρία των ευκατάστατων, που μάλλον ανήκαν στους «Μένουμε Ευρώπη», δίνει, ωστόσο, το πιο μεγάλο βάρος στις οικονομικές, θεσμικές και άλλες πολιτικές που εφαρμόστηκαν.
Ο Βούλγαρης ανήκει σε όσους πιστεύουν πως η περίοδος Σημίτη ήταν από τις καλύτερες για τη χώρα. Μόνο που η κύρια αιτία της δημιουργίας του δημόσιου χρέους, η πρωτοφανής στην ΕΕ σε διάρκεια και εύρος απόκλιση εσόδων και εξόδων, ενισχύθηκε ιδιαίτερα στη δεύτερη τετραετία του τεχνοκράτη πρωθυπουργού· και δεν οφειλόταν στις υψηλές δαπάνες, αλλά στα πολύ χαμηλά έσοδα, λόγω του γεγονότος πως οι μόνοι που πλήρωναν φόρους ήταν οι μισθωτοί. Ακόμα, το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα είχε μια πολύ ταξική διάρθρωση· οι εισαγωγές καθορίζονταν κατά το πορτοφόλι από τα υψηλά και υψηλά μεσαία στρώματα. Σε ό,τι αφορά δε το περίφημο «στρεβλό» παραγωγικό πρότυπο, το ΠΑΣΟΚ όλων των ειδών, όσο και η ΝΔ, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους, για να το ενισχύσουν -με ευρωπαϊκά κονδύλια και εν γένει «επιδοτήσεις». Και με greek statistics και με swaps. Για να μην πω πως οι εκσυγχρονιστές βάσισαν την κομματική τους υπεροχή κατεξοχήν στην πιο αχρεία συνδικαλιστική γραφειοκρατία.
Μια έντιμη οπτική
Έχει σημασία να το θυμίζουμε αυτά γιατί έμελλε να μας σώσουν, ακόμα και αντίθετα στη θέλησή μας, αυτοί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι -οι εκσυγχρονιστές, οι τεχνοκράτες και οι μετρημένοι (sic) συντηρητικοί.
Γνώμη μου είναι πως οι μνημονιακοί αυτής της χώρας την κατέστρεψαν για δύο γενιές, τουλάχιστον. Το γεγονός πως αυτό δεν είναι κοινή συνείδηση, ενώ ήταν τα χρόνια πριν από το 2015, οφείλεται, νομίζω, στην επιλογή της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ να ακολουθήσει και η ίδια μνημονικές πολιτικές, τις οποίες, μάλιστα, ο κ. Τσίπρας έφτασε να τις εκθειάζει, όταν ήδη από το 2016 προέβλεπε πως «μαζί με την Ανάσταση έρχεται και η ανάπτυξη»! Αυτή η –παράδοξη, ακόμα και σήμερα– τροπή των πραγμάτων έκανε τον κόσμο να πιστέψει πως όσα συνέβησαν, με τον ένα ή άλλον τρόπο, ήταν μονόδρομος. Αυτά, όμως, είναι μια άλλη –αλλά και η ίδια– ιστορία.
Ο Βούλγαρης μάς δίνει τη δυνατότητα να αναμετρηθούμε με τη σοβαρότερη εκδοχή του επιχειρήματος όσων θεωρούν πως τα μνημόνια ήταν «η λύτρωση που μας άξιζε». Το βιβλίο είναι σημαντικό γιατί μας δείχνει πως, ακόμα και στην καλύτερη δυνατή εκδοχή, το κυρίαρχο αφήγημα είναι εξαιρετικά αδύναμο. Διάβασα το βιβλίο προσεκτικά τρεις φορές –πράγμα που δεν κάνω συχνά. Κάθε φορά το επιχείρημα μου φαινόταν ακόμη πιο αδύναμο.
Κάποιοι βρέθηκαν στην άκρη του γκρεμού. Οι περισσότεροι, όμως, έπεσαν μέσα στον γκρεμό. Σώθηκαν, για παράδειγμα, οι καταθέσεις. Κι έτσι, ευτυχώς, σήμερα, καταθέσεις έχει ένα ολόκληρο 20% του πληθυσμού!
Ακόμη κι έτσι, όμως, η εξιστόρηση μιας περιόδου, που καθόρισε δραστικά το μέλλον μας–-και όχι για καλό– έχει ενδιαφέρον να γίνει από όλες τις δυνατές οπτικές. Αρκεί να είναι έντιμη. Στην περίπτωση του Βούλγαρη είναι. Στις περισσότερες αντίστοιχες άλλες όχι. Η αντιΣΥΡΙΖΑ λύσσα –ιδίως για τον πιο κακό ΣΥΡΙΖΑ, του προ του 2015– παρά η αναλυτική εμβρίθεια είναι που τις κάνει ευπώλητες.
Το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί. Είναι πολύ καλογραμμένο, με αρχή μέση και τέλος. Προσόντα καθόλου αυτονόητα.





