Όχι, δεν είναι μια λίστα με τα «καλύτερα βιβλία της χρονιάς». Στις δύο αυτές σελίδες, συνεργάτες/ριες της Εποχής δίνουν τη δική τους απάντηση στην προτροπή «πες ένα βιβλίο» και εξηγούν με λίγες λέξεις γιατί θεωρούν σημαντική την έκδοσή του, ο καθένας και η καθεμία με τα δικά του/της κριτήρια: είτε από λογοτεχνική σκοπιά, είτε από φιλολογική, είτε από θεωρητική, είτε επειδή κάποια βιβλία, πέρα απ’ όλα τα άλλα, είναι και «απαραίτητα» ως παρεμβάσεις.

Ιζαμπέλα Χαμάντ «Αναγνωρίζοντας τον ξένο. Για την Παλαιστίνη και την αφήγηση», μετάφραση: Παναγιώτης Κεχαγιάς, εκδόσεις: San Casciano

Στην Παλαιστίνη δεν υπάρχει ειρήνη. Ό,τι κι αν λέει ο Τραμπ, όσο κι αν σιωπούν τα κανάλια, όσο κι αν η συνένοχη «διεθνής κοινότητα» επιμένει στην αποικιοκρατική λογική της «επιλεκτικής ανθρωπιάς», ο πόλεμος και η γενοκτονία των Παλαιστινίων συνεχίζονται. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να σπάει διαρκώς το τείχος της σιωπής για το θέμα. Αν αυτό γίνεται με σημαντικά βιβλία, ακόμα καλύτερα.

Ένα τέτοιο σημαντικό βιβλίο είναι το δοκίμιο της Ιζαμπέλα Χαμάντ, που προέρχεται από τη διάλεξη που έδωσε η Χαμάντ στη μνήμη του Έντουαρντ Σαΐντ, στις 28 Σεπτεμβρίου 2023, ενώ συμπληρώνεται από το επιλογικό κείμενό της με τίτλο «Για τη Γάζα», που γράφτηκε μετά την εισβολή του Ισραήλ στη Γάζα. Η Χαμάντ μιλάει για την αποικιοκρατική κατοχή εις βάρος των Παλαιστινίων και το απαρτχάιντ στο οποίο ζουν, εκκινώντας και αντλώντας από το έργο και τη σκέψη του σπουδαίου στοχαστή.

Μια σημαντική έκδοση στο τέλος της χρονιάς, που πιάνει το νήμα από τα βιβλία του Ντιντιέ Φασέν, του Έντσο Τραβέρσο ή του Πέρι Άντερσον, με τα οποία έκλεισε το 2024, και συνομιλεί με άλλα σημαντικά βιβλία για την Παλαιστίνη που κυκλοφόρησαν στα ελληνικά το 2025. Ένας από τους συγγραφείς που σχολιάζει η Χαμάντ, π.χ., είναι και ο Γασάν Καναφάνι.

Κώστας Αθανασίου

Θωμάς Κοροβίνης «Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου που λείπει χρόνια στην γκλαβανή», εκδόσεις: Άγρα

«Πώς να σε φτάσω, πώς να σου μιλήσω, πώς να γράψω, όπως έμαθες να γράφεις και ν’ αποτυπώνεσαι πάνω στους καθρέφτες των ψυχών μας;»

Ο Θωμάς Κοροβίνης στέλνει ένα ολιγοσέλιδο γράμμα στον συντοπίτη του φιλόλογο, πεζογράφο και ποιητή Γιώργο Ιωάννου (1927-1985), τον οποίο δεν πρόλαβε να γνωρίσει αλλά τον διάβασε στο πανεπιστήμιο στα μαθήματα του καθηγητή Γιώργου Σαββίδη. Ο Κοροβίνης μελέτησε τα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, φαίνεται άλλωστε από τα βιβλία του, πόσο διαφορετικά είναι κάθε φορά, αλλά και πόσο ξεχωρίζει η διαχρονική, ελληνική, γλώσσα του. Στο γράμμα προς τον αδελφό Ιωάννου αναφέρεται στις ιστορίες του σαλονικιού πεζογράφου, στην πορεία του αδικοχαμένου συγγραφέα, αποτυπώνοντας ταυτόχρονα την ιστορία της πόλης, τα πάθη των λαϊκών ανθρώπων, τις επιθυμίες τους. Ένα γράμμα συγκινητικό για μια εποχή που αργοσβήνει, αφήνοντας ελάχιστα ίχνη στους νεότερους που η κιβωτός της γλωσσικής τους επάρκειας είναι πια οι τηλεοπτικές σειρές. Ο Κοροβίνης, διασώστης της ελληνικής παιδείας και παράδοσης, κάνει το χρέος του, εκδίδει τακτικά βιβλία, έχοντας μπροστάρη τον αδελφό Ιωάννου και συνοδοιπόρους μερικούς ακόμη ανθρώπους των γραμμάτων που τους κατονομάζει στο βιβλίο. Μια ελεγειακή κατάθεση, μια σειρήνα στην ερημιά της πολιτιστικής αφωνίας, ένα μπουκάλι ριγμένο στον ωκεανό που κουβαλάει το μοναδικό μήνυμα του εκλεκτού συγγραφέα.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Ανδρέας Φραγκιάς «Λοιμός», επίμετρο: Δημήτρης Χριστόπουλος, εκδόσεις: Ποταμός

Το 2025, οι εκδόσεις Ποταμός σύστησαν ξανά στο αναγνωστικό κοινό έναν μεγάλο μεταπολεμικό συγγραφέα, τον Ανδρέα Φραγκιά, επανεκδίδοντας το εμβληματικό, πολυσέλιδο, δυστοπικό μυθιστόρημά του Ο Λοιμός. Το «χρονοάντοχο» αυτό έργο, όπως εύστοχα το χαρακτηρίζει ο Παντελής Μπουκάλας, γραμμένο στα μέσα της δεκαετίας του ’60, είχε κυκλοφορήσει αρχικά μέσα στη χούντα, το 1972· διαβάστηκε και αγαπήθηκε για χρόνια· ύστερα χάθηκε από το προσκήνιο και σήμερα επανεμφανίζεται στους πάγκους των βιβλιοπωλείων, αγέραστο και πιο επίκαιρο από ποτέ. Διότι αποτυπώνει με μια εναργή, άχρονη αλληγορία την ετεροτοπία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως μνήμη του τραύματος και ως κατά Μπένγιαμιν προμήνυμα κινδύνου.

Διότι, παρά την υπόρρητη αναφορά στο κολαστήριο της Μακρονήσου, το οποίο γνώρισε πολύ καλά ο Φραγκιάς, ο ανώνυμος αυτός τόπος της απανθρωποποίησης, της άφατης φρίκης περιγράφεται με όρους που επιτρέπουν την κατά το δοκούν τοποθέτησή του σε ποικίλα συμφραζόμενα στον χώρο και στον χρόνο. Και στην παρούσα συγκυρία ειδικότερα, όπου η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων έχει συντριβεί, όπου ο ήχος του σιδερένιου τακουνιού ακούγεται πια πολύ κοντά, όπου γενοκτονίες δικαιολογούνται με άλλες γενοκτονίες, η φωτιά του πολέμου αναλάμπει στον ορίζοντα και ο καπιταλισμός αποικίζει όχι μόνο τις πρακτικές, αλλά και το φαντασιακό των ανθρώπων.

Αναμένουμε με ανυπομονησία τα άλλα τρία μυθιστορήματα του ολιγογράφου αυτού μάστορα της γραφής – μαζί και όλα τα άλλα έργα μεγάλων συγγραφέων που ευτυχώς επανεκδίδονται σήμερα, από τον Μάριο Χάκκα ως τον Αλέξανδρο Σχινά.

Τιτίκα Δημητρούλια

Έντουαρντ Σαΐντ «Το ζήτημα της Παλαιστίνης», μετάφραση: Αναστασία Δεληγιάννη, επιστ. Επιμέλεια: Πάνος Κουργιώτης, εκδόσεις: Oblik Editions

Υπάρχουν βιβλία αναγκαία. Το Ζήτημα της Παλαιστίνης, που πρώτη φορά μεταφράζεται στα ελληνικά, αποτελεί τρόπον τινά τη μήτρα από την οποία γεννήθηκαν οι κατοπινότεροι υπερασπιστικοί προς τον αγώνα των Παλαιστινίων λόγοι. Ο Σαΐντ, από φύτρα αμερικανική και παλαιστινιακή, καθηγητής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, έχοντας εκδώσει έναν χρόνο πριν τον Οριενταλισμό, υπήρξε ο πρώτος που εν έτει 1979 έφερε συστηματικά στο ακαδημαϊκό προσκήνιο και τη δυτική δημόσια σφαίρα την Παλαιστίνη, αφηγούμενος ο ίδιος την ιστορία της «από τη σκοπιά των θυμάτων» της σιωνιστικής πολιτικής. Δείχνοντας ότι ο σιωνισμός αποτελεί ένα εποικιστικό αποικιοκρατικό εγχείρημα, που στόχο έχει την εξάλειψη των Παλαιστινίων και την υφαρπαγή της γης τους, ο Σαΐντ μπόρεσε για άλλη μία φορά να διαβάσει ανάμεσα από τις γραμμές, αποδεικνύοντας τις οριενταλιστικές καταβολές της δυτικής σκέψης και πολιτικής – δηλαδή ό,τι ο Φασέν ονόμασε συναίνεση γύρω από τον αφανισμό της Γάζας και ό,τι ο Μακντίσι, που προλογίζει και το βιβλίο, ονόμασε κουλτούρα της άρνησης: τη μη αναγνώριση του δικαιώματος εκπροσώπησης στους Παλαιστίνιους και την καταδίκη τους σε καθεστώς αφωνίας από τα δυτικά, φιλοϊσραηλινά, ΜΜΕ. Η διπλή στόχευση του Σαΐντ, μέσω της αναφοράς του στη Νάκμπα και τον εκτοπισμό, στοιχεία καταστατικά της παλαιστινιακής ταυτότητας, αφορά την αναγνώριση της αυτοδιάθεσης αλλά και της επιστροφής του παλαιστινιακού λαού στα εδάφη του. Όψιμα μάλιστα προέκρινε ως λύση τη δημιουργία ενός κράτους.

Παναγιώτης Ελ Γκεντί

Χριστίνα Ντουνιά «Το όνειρο και το πάθος. Κ.Γ. Καρυωτάκης», εκδόσεις: Εστία

Άρση μιας φιλολογικής παρεξήγησης: Το βιβλίο της Χριστίνας Ντουνιά για τον Καρυωτάκη συγκροτεί μια νέα ερμηνευτική πρόταση που δεν περιορίζεται στο έργο του αυτόχειρα της Πρέβεζας, αλλά αφορά συνολικά τη διακεκαυμένη ζώνη ανάμεσα στις κρίσιμες δύο μεσοπολεμικές γενιές (’20 και ’30), πέρα από βολικές σχηματοποιήσεις. Τοποθετώντας τον στο πλαίσιο της ντεκαντάνς, ρεύματος που σημάδεψε την ευρωπαϊκή λογοτεχνία στο γύρισμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα, και αξιοποιώντας πληθώρα νέων στοιχείων από μακρόχρονη έρευνα, η συγγραφέας εξηγεί πειστικά μέσω του Καρυωτάκη τους όρους υπέρβασης του νεορομαντισμού της εποχής και το ελληνικό πέρασμα προς τον μοντερνισμό. Ο Καρυωτάκης προσεγγίζεται ως ιδιότυπα μοντέρνος και τραγικός ποιητής, ένας εξεγερμένος με τις αισθητικές και κοινωνικές συμβάσεις του καιρού του που με το ωριμότερο έργο του (Ελεγεία και Σάτιρες, 1927) έφερε το νέο ρίγος στην ελληνική ποίηση. Η μοντέρνα ευαισθησία του δεν έγινε πλήρως αντιληπτή ούτε στην εποχή του ούτε αργότερα. Η δυσανεκτική σχέση του με την πραγματικότητα τροφοδότησε μια σαρωτική και μελαγχολική σάτιρα απείρως αποτελεσματικότερη απ’ όλα τα πολιτικά εμβατήρια της στρατευμένης λογοτεχνίας, φτάνοντας στον ανελέητο αυτοσαρκασμό. Η Ντουνιά επανασυστήνει τον Καρυωτάκη και επανασυγκολλεί προσεκτικά ένα κομμένο νήμα της λογοτεχνικής ιστορίας, υποχρεώνοντάς μας σε αναθεωρήσεις. Η ερευνητική φιλολογία στις καλύτερες στιγμές της· σε διάλογο με τη διανοητική ιστορία.

Κώστας Καραβίδας

Εμίλ Ντυρκέμ «Οι στοιχειώδεις μορφές του θρησκευτικού βίου», μετάφραση: Μύρων Αχείμαστος, εκδόσεις: ΜΙΕΤ

Η κοινωνία και το ιερό: Η πρόσφατη έκδοση των Στοιχειωδών μορφών του θρησκευτικού βίου του Εμίλ Ντυρκέμ (1858–1917) από το ΜΙΕΤ είναι μια σημαντική στιγμή του εκδοτικού 2025. Πολύτιμη επιστημονική αποκατάσταση ενός κλασικού έργου που πρωτοκυκλοφόρησε το 1912 από τον θεμελιωτή της γαλλικής κοινωνιολογίας.

Για πρώτη φορά στα ελληνικά προσφέρεται μια πλήρως σχολιασμένη, φιλολογικά συνεπής και θεωρητικά ενημερωμένη δίτομη έκδοση (Ι. Εμίλ Ντυρκέμ: Οι στοιχειώδεις μορφές του θρησκευτικού βίου ΙΙ. Μύρων Αχείμαστος: Υπομνηματισμός και σχόλια στις Στοιχειώδεις μορφές του θρησκευτικού βίου), φέρνοντας την ελληνική βιβλιογραφία στο επίπεδο των διεθνών κριτικών εκδόσεων.

Έκδοση αναγκαία για την ενίσχυση της κοινωνιολογικής παιδείας που καθιστά το έργο προσβάσιμο σε ένα ευρύτερο κοινό, ενδυναμώνοντας την κριτική κατανόηση του κοινωνικού. Λαμπρό αποτέλεσμα της αφοσιωμένης εργασίας του Μύρωνα Αχείμαστου, ο οποίος υπογράφει τη μετάφραση και τον σχολιασμό του έργου, σε συνέχεια και της εισαγωγικής μελέτης για το έργο αυτό (ΜΙΕΤ, 2019) επίσης από τον ίδιο.

Στις Στοιχειώδεις μορφές ο Ντυρκέμ μελετά τις φυλές της Αυστραλίας ως τις απλούστερες κοινωνικές μορφές στις οποίες μπορούμε να εντοπίσουμε, χωρίς περίπλοκες ιστορικές στρωματώσεις, τα θεμελιώδη στοιχεία των θρησκευτικών και κοινωνικών δομών. Στη σκέψη του, αυτές οι κοινότητες λειτουργούν ως «εργαστήρια» όπου οι πρωταρχικές μορφές του ιερού και του συλλογικού συμβολισμού εμφανίζονται με τη μεγαλύτερη διαύγεια.

Ο τοτεμισμός δεν είναι για τον Ντυρκέμ παράδειγμα πρωτόγονης θρησκείας, αλλά μηχανισμός μέσω του οποίου μια κοινότητα παράγει τα σύμβολά της. Σήμερα, σε έναν δημόσιο χώρο όπου νέα τοτέμ –πολιτικά σύμβολα, ψηφιακές κοινότητες, συλλογικά αφηγήματα– οργανώνουν ταυτότητες και συγκρούσεις, η ντυρκεμιανή ανάλυση παραμένει βαθιά διαφωτιστική.

Κωνσταντίνα Κορρυβάντη

Τόμας Πίντσον «Shadow Ticket»

Ο τίτλος του Shadow Ticket προέρχεται από την ιστορία των αμερικανικών εκλογικών αναμετρήσεων. Κάπως ελεύθερα, θα μπορούσε να αποδοθεί ως σκιώδες ψηφοδέλτιο. Είναι το ένατο μυθιστόρημα του Τόμας Πίντσον, και είναι σαφώς ανώτερο από τα δύο προηγούμενά του, το Έμφυτο ελάττωμα (2009) και την Υπεραιχμή (2013). Εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 1930. Ποτοαπαγόρευση, Μαφία και Χόλιγουντ στις ΗΠΑ, Μεσοπόλεμος στην Ευρώπη.

Το Shadow Ticket ανιχνεύει τις ιστορικές δυνάμεις που έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην περίοδο του Μεσοπολέμου, επικεντρώνοντας κατά τη συνήθεια του Πίντσον στις κάπως πιο αθέατες και πιο υποχθόνιες. Ιστορία και μυθοπλασία συνενώνονται στο ευρύτερο φανταστικό σύμπαν του συγγραφέα. Η σκιώδης τραγωδία στην καρδιά του μυθιστορήματος είναι η διαχρονική αποτυχία αποτροπής του κινδύνου του φασισμού. Ο κόσμος απέτυχε να αποτρέψει την άνοδό του το 1932∙ αν και ηττήθηκαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη συγχρονία, οι νέες δυνάμεις του φασισμού δείχνουν πιο ισχυρές παρά ποτέ στη μεταπολεμική εποχή. Ειδικά οι τελευταίες σελίδες του Shadow Ticket μοιάζουν ανατριχιαστικά με τη χαοτική «Ζώνη» στο Ουράνιο τόξο της βαρύτητας, το πιο γνωστό μυθιστόρημά του. Οι άτακτοι μοτοσικλετιστές-νομάδες που περιφέρονται στο εσωτερικό της, προοιωνίζονται μια δυστοπική Mitteleuropa. Ο Πίντσον σαν να μας λέει, «κοιτάξτε γύρω σας, η δεκαετία του 1930 ξανασυμβαίνει». Παρά το άκρως διασκεδαστικό ύφος του βιβλίου, αυτή είναι ίσως η προειδοποίηση του Τόμας Πίντσον, που διανύει τα 88 του χρόνια, στο τελευταίο ίσως μυθιστόρημά του.

(Το βιβλίο του Πίντσον κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2025. Η ελληνική μετάφραση έχει προαναγγελθεί από τον εκδοτικό οίκο Gutenberg, αλλά δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα.)

Θανάσης Μήνας

Βασίλης Γκουρογιάννης «Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ», εκδόσεις: Μεταίχμιο

Το μυθιστόρημα Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ είναι κατά τη γνώμη μου ένα από τα καλύτερα βιβλία του Βασίλη Γκουρογιάννη και ένα από τα καλύτερα ελληνικά του 2025.

Ο Βασίλι Τσουικόφ είναι ο διοικητής της στρατιάς που υπερασπίστηκε το Στάλινγκραντ στην περιβόητη μάχη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Εδώ τα κιάλια του αποτελούν ένα πρόσχημα για την πλοκή, ένα φετίχ, και υπό αυτή την έννοια –αλλά και υπό άλλες– το μυθιστόρημα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα είδος συνέχειας του Κιβώτιου του Άρη Αλεξάνδρου. Εδώ πια δεν μιλάμε για την πορεία μιας ολόκληρης αντάρτικης ομάδας που πρέπει να περάσει μέσα από τις γραμμές του εχθρού, αλλά μιλάμε για τη διαδρομή ενός και μόνο ανθρώπου που διέσχισε ολόκληρο τον 20ό αιώνα ως ορθόδοξος κομμουνιστής.

Είναι μάλλον η πρώτη φορά στην ελληνική λογοτεχνία των τελευταίων δεκαετιών που διαβάζουμε μια μυθιστορηματική πλοκή μέσα από τα μάτια ενός κομμουνιστή ήρωα, όχι πια μόνο της εποχής του Εμφυλίου ή της χούντας, αλλά και της εποχής Φλωράκη ως γραμματέα του κόμματος, και της εποχής του σημαδιακού 1989. Ο Γκουρογιάννης με πολύ χιούμορ, κάμποσο φαρμάκι και μπόλικη τρυφερότητα μαζί, μπαίνει στο πετσί ενός τέτοιου ήρωα και διαβάζει την πραγματικότητα μέσα από τα δικά του μάτια. Κρίνοντας και επικρίνοντας προς κάθε κατεύθυνση, αλλά και κρατώντας το ήθος του μέχρι τέλους.

Μανώλης Πιμπλής

Μαρία Θαμπράνο «Ο τάφος της Αντιγόνης», μετάφραση: Μαίρη Γιόση – Χρήστος Σιορίκης, εκδόσεις: loggia

Ένα από τα βιβλία που ξεχώρισα το 2025 είναι το θεατρικό έργο της Μαρία Θαμπράνο Ο τάφος της Αντιγόνης. Η φιλόσοφος και ποιήτρια Μαρία Θαμπράνο, αν και θεωρείται από τις επιδραστικότερες στοχαστές-ριες του 20ού αιώνα στη χώρα της, παρέμενε άγνωστη στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Ο εκδοτικός επέλεξε να μας συστήσει την ισπανίδα διανοούμενη με το μοναδικό θεατρικό έργο που συνέγραψε, παρότι είναι γνωστή για τα φιλοσοφικού περιεχομένου δοκίμιά της. Η Θαμπράνο, έχοντας εκφράσει αντιφασιστικές θέσεις, εξορίστηκε από το φρανκικό καθεστώς. Ο στοχασμός της καλύπτει θέματα πολιτικής, τέχνης, φεμινισμού, ανθρώπινης κατάστασης.

Στη δική της εκδοχή για την τραγωδία της Αντιγόνης προβάλλει την αντίσταση στη φίμωση των απολυταρχικών καθεστώτων, τη ζωή των μεταναστών που εκδιώκονται λόγω πεποιθήσεων, την εξορία όχι ως γεωγραφικό εκτοπισμό μα ως νοητική και ψυχική κατάσταση, τον ετεροπροσδιορισμό των γυναικών από τον «κτήτορα» άνδρα.

Στις σκέψεις της μπορούμε να εντοπίσουμε αναλογίες με τη σύγχρονη μας αντίσταση στην αναβίωση της ακροδεξιάς, το τραύμα του εκπατρισμού και τη διερεύνηση των ζητημάτων μετανάστευσης.

Η Αντιγόνη της Θαμπράνο μπορεί να ιδωθεί ως ένα alter ego της – γίνεται η ίδια η γυναίκα που αψηφά την πατριαρχία, τον φασισμό. Αντιδρά ακόμα και μέσα από τον τάφο/εξορία της διεκδικώντας δικαιοσύνη, ενσωματώνοντας τη φιλοσοφική σκεύη της στην τραγωδία του Σοφοκλή.

Αγγελική Σπηλιοπούλου

Γιάννης Παπαθεοδώρου «Απατηλό παρελθόν. Ιστορίες της καβαφικής κριτικής (1933-1963)», εκδόσεις: Άγρα

Η ιστορία της καβαφικής κριτικής είναι στενά συναρτημένη με το έργο του ποιητή, αφού οι μεταμορφώσεις της μέσα στον χρόνο εκπροσωπούν και τα επάλληλα στάδια ερμηνείας του από το 1933 μέχρι και το 1963, χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου διαμορφώνονται οι βασικές της θεωρήσεις, οδηγώντας από την ερωτική στην ιστορική και στην πολιτική του εικόνα και από τη βιογραφία ή και τη σκανδαλοθηρία στην ωριμότερη και πιο σφαιρική υποδοχή του. Αυτό είναι το σχήμα επί τη βάσει του οποίου δουλεύει ο Γιάννης Παπαθεοδώρου στην ανά χείρας μελέτη του, που έρχεται με την επάρκεια και το εύρος της να διευρύνει το πεδίο των καβαφικών σπουδών.

Από την ηθικολογία και από τη βιογραφία περνάμε πρώτα στον μοντερνισμό και στην παροντική έννοια της ιστορίας για να φτάσουμε εν συνεχεία μέχρι τη ριζοσπαστική αντίληψη της πολιτικής εκφρασμένη με αντιβρετανικό πνεύμα. Εις βάθος ιστορική και κριτική έρευνα, προβολή των θέσεων του Δημαρά, του Μαλάνου, του Σεφέρη, του Τσίρκα και του Σαββίδη στο βιογραφικό, το ψυχαναλυτικό, το ιατρικό, το μοντερνιστικό, το αριστερό και το φιλολογικό τους διακείμενο (από τις θεωρίες και τις απόψεις του καιρού μέχρι τις γνώμες που προσγράφτηκαν τα χρόνια των κρίσιμων μεταβολών στη μία ή στην άλλη πλευρά), σφαιρική καταγραφή των ταλαντώσεων της καβαφικής κριτικής όταν η ίδια μεταπηδά από την πρώιμη περίοδο στη φάση της ενηλικίωσης. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά του βιβλίου του Παπαθεοδώρου – μαζί και η διαφανής άρθρωση με την υποβλητική αφηγηματικά αρχιτεκτονική του.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου