Το Σαββατοκύριακο που διανύουμε λαμβάνει χώρα το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μασσαλίας (FIDMarseille), ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα φεστιβάλ στην Ευρώπη. Το Φεστιβάλ βρέθηκε στο επίκεντρο του διεθνούς τύπου και των καλλιτεχνικών συζητήσεων λόγω της συμμετοχής του ισραηλινού σκηνοθέτη Ναντάβ Λαπίντ, ο οποίος επρόκειτο να συμμετάσχει ως μέλος της κριτικής επιτροπής και να παρουσιαστεί η ταινία του «Policeman» στο φεστιβάλ. Η συμμετοχή του προκάλεσε πολλές αντιδράσεις από τους συμμετέχοντες και τις συμμετέχουσες στο φεστιβάλ με αποτέλεσμα η συμμετοχή του να περιοριστεί. Όταν αποφασίστηκε ο Ναντάβ Λαπίντ να έχει μια πιο περιορισμένη παρουσία, τότε ξεκίνησαν οι αποχωρήσεις άλλων δημιουργών.
Αυτό που έχει ενδιαφέρον και μας τοποθετεί στο κέντρο της συζήτησης για το πολιτιστικό μποϊκοτάζ είναι ακριβώς το γεγονός πως ο Λαπίντ δεν είναι ένας σκηνοθέτης που υποστηρίζει την γενοκτονία. Αντίθετα, έχει κάνει δηλώσεις σε σχέση με το καθεστώς Νετανιάχου και τα τελευταία χρόνια ζει αυτοεξόριστος στη Γαλλία. Όταν το φεστιβάλ ανακάλεσε την πρόσκλησή του εμφανίστηκαν άρθρα γνώμης στην Le Monde και άλλες εφημερίδες που έκαναν λόγο για λογοκρισία, ενώ 350 άνθρωποι του κινηματογράφου, ανάμεσά τους η Νάταλι Πόρτμαν ο Ζακ Οντιάρ, η Ζαστίν Τριέ, ο Μισέλ Χαζαναβίτσιους υπογράφουν ανοικτή επιστολή υπέρ του σκηνοθέτη. Και εδώ μπαίνουμε στην καρδιά του προβλήματος και στο σημείο που η όλη συζήτηση ξεπερνά το συγκεκριμένο περιστατικό, τον σκηνοθέτη ή το φεστιβάλ.
Όπως γράφουν οι κινηματογραφιστές που αντιδρούν στη συμμετοχή, ο Λαπίντ χρηματοδοτείται από το κράτος του Ισραήλ, από το Ισραηλινό ταμείο κινηματογράφου και έχει τη στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού του Ισραήλ. Ταυτόχρονα συμμετέχει σταθερά στο Ισραηλινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο Παρίσι το οποίο οργανώνεται από την Πρεσβεία του Ισραήλ. Ενώ λοιπόν μέσα από τις ταινίες ή τις δηλώσεις του εμφανίζεται ως ένας αντιφρονών στο καθεστώς, στην πραγματικότητα λειτουργεί ως πρεσβευτής του. Μια λειτουργία μη ομολογημένη, αόρατη την οποία ο ίδιος θα αρνιόταν. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς η υποκρισία αυτής της θέσης. Είναι η προσπάθεια ένταξης της διαφωνίας και της κριτικής στο αντίπαλο στρατόπεδο. Ένας τρόπος να εγκολπωθούν τα επιχειρήματα της αντίστασης και της διαμάχης στην πλευρά που γεννά την γενοκτονία.
Όπως σχολιάζουν σε ανάρτησή τους οι filmmakers4palestinegreece για τον Λαπίντ: «Με τη συνεχόμενη προβολή του λογοτύπου του Israel Film Fund, τις δημόσιες ευχαριστίες προς υπουργούς και τις κοινές εμφανίσεις με αξιωματούχους του Ισραήλ, συμβάλλει στη διεθνή προώθηση της εικόνας ενός “κανονικού” και δημοκρατικού Ισραήλ, το οποίο, εν μέσω γενοκτονιών, εξακολουθεί να παρουσιάζεται πολιτιστικά ζωντανό παράγοντας έργα τέχνης με δόσεις αυτοκριτικής».
Είναι, με λίγα λόγια, η τέχνη στην υπηρεσία του ξεπλύματος, αυτό που καθιερώθηκε να ονομάζεται art washing. Μια τέχνη που εμφανίζεται ελεύθερη ενώ στην πραγματικότητα συμβάλλει ώστε η κάθε μορφή ελευθερίας να αντιστραφεί και να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα υπέρ της μηχανής της γενοκτονίας. Οι αντιδράσεις από μέρους της «προοδευτικής» κινηματογραφικής και καλλιτεχνικής κοινότητας (εννοώ τους 350 της Monde) αποκαλύπτουν απλώς σε πόση απόσταση βρίσκεται ένας σύγχρονος δυτικός καλλιτέχνης από την πραγματικότητα. Γιατί τελικά μια άποψη μπορεί να είναι ανέξοδη όσο και το να κουβαλάς ένα καρπούζι στο πέτο σου. Μπορεί να είναι μόδα, διάθεση, μια λεπτομέρεια ενός ευρύτερου κυνικού αφηγήματος. Το ζητούμενο είναι τι συμβαίνει στην πράξη.
Και το πολιτιστικό μποϊκοτάζ δεν μπορεί να παραμένει σε ένα συμβολικό επίπεδο. Εκεί κινδυνεύει να υποβαθμιστεί σε υποκριτικό ακκισμό. Μποϊκοτάζ σημαίνει έμπρακτη εμπλοκή, εφαρμοσμένη διαφωνία και πολλές φορές προσωπικό κόστος. Δεν είναι άποψη ή δήλωση. Είναι πράξη. Πράξη όπως η αλληλεγγύη, πράξη όπως ο πόλεμος.
Την ερχόμενη Πέμπτη 16 Ιουλίου στις 8μμ στο Ριβιέρα το WIFT GR, οι Filmmakers for Palestine Greece και το March to Gaza Greece οργανώνουν εκδήλωση με τίτλο «Η κινηματογραφική κοινότητα ενάντια στη γενοκτονία». Στη συζήτηση συμμετέχουν: Φαίδρα Βόκαλη, Νατάσα Εξηνταβελώνη, Γιώργος Ζώης, Άλκις Παπασταθόπουλος , Αντιγόνη Ρώτα, Ευα Στεφανή και Carol Sansour.





