Το «κορμί παραλίας» είναι ένα σώμα που φοράει μαγιό

«Πώς βγήκε έτσι στην παραλία;». «Δεν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη;». «Με αυτή την κυτταρίτιδα φοράει μπικίνι;». «Δεν ντρέπεται;». «Ούτε τα νύχια της δεν έβαψε».

Δεν πρόκειται για μεμονωμένα σχόλια ούτε για την ευκολία που προσφέρει η ανωνυμία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Κάθε καλοκαίρι συγκροτείται μια ιδιότυπη «αστυνομία της παραλίας», η οποία αναλαμβάνει να… επιθεωρήσει τα γυναικεία σώματα. Να αποφανθεί ποια είναι «αποδεκτά» και ποια όχι. Ποια «δικαιούνται» να φορέσουν μπικίνι, ποια πρέπει να αδυνατίσουν, ποια να πάρουν βάρος, ποια να κρύψουν την κυτταρίτιδα, τις ραγάδες, τις ρυτίδες ή απλώς να κρυφτούν τα ίδια -όχι, ανδρικά σώματα σπανιότατα υφίστανται τέτοιες δημόσιες… αξιολογήσεις.

Η διαφορά μόνο τυχαία δεν είναι, αποκαλύπτει ότι το γυναικείο σώμα εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως δημόσιο αντικείμενο, διαθέσιμο στην κριτική, στην ειρωνεία και, τελικά, στην πειθάρχηση.

Ακριβώς εκεί, αρχίζει η πολιτική διάσταση του ζητήματος.

Η παραλία ως πεδίο εξουσίας

Η συζήτηση για το λεγόμενο body shaming περιορίζεται συνήθως στην ανάγκη για περισσότερη ευγένεια ή περισσότερη ενσυναίσθηση. Όμως το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Δεν αφορά απλώς την κακή συμπεριφορά ορισμένων χρηστών του διαδικτύου αλλά έναν μηχανισμό εξουσίας που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το γυναικείο σώμα ως πεδίο κοινωνικού ελέγχου.

Ο Μισέλ Φουκώ περιέγραψε ήδη από τη δεκαετία του 1970 ότι η σύγχρονη εξουσία ασκείται κυρίως μέσω της επιτήρησης και της εσωτερίκευσης των κανόνων. Η μεγαλύτερη επιτυχία της είναι ότι το άτομο μαθαίνει να επιτηρεί μόνο του τον εαυτό του. Δεν χρειάζεται κάποιος να απαγορεύσει σε μια γυναίκα να φορέσει μπικίνι, αρκεί να έχει μάθει να κοιτάζει το σώμα της μέσα από τα μάτια εκείνων που θα το αξιολογήσουν. Να ρουφά την κοιλιά της, να μετρά τις θερμίδες της, να αναρωτιέται αν «επιτρέπεται» να φορέσει αυτό που επιθυμεί. Η πειθαρχία γίνεται αυτοπειθαρχία.

Αυτό το βλέμμα είναι κατά κανόνα ανδρικό. Όχι επειδή όλοι οι άνδρες λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, αλλά επειδή η ίδια η κοινωνία εξακολουθεί να οργανώνεται γύρω από αυτό που η φεμινιστική θεωρία ονόμασε «ανδρικό βλέμμα» (male gaze): μια πολιτισμική συνθήκη στην οποία η γυναίκα παρουσιάζεται πρωτίστως ως αντικείμενο θέασης και όχι ως αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο.

Η πατριαρχία, όμως, δεν δρα μόνη της. Συγκροτεί μια εξαιρετικά αποδοτική συμμαχία με τον καπιταλισμό. Η βιομηχανία της ομορφιάς, της δίαιτας, των καλλυντικών και της αισθητικής ιατρικής ευημερεί ακριβώς επειδή καλλιεργεί διαρκώς την αίσθηση της ανεπάρκειας. Ο καπιταλισμός δεν εμπορεύεται μόνο προϊόντα, εμπορεύεται ανασφάλειες. Πείθει πρώτα τις γυναίκες ότι κάτι λείπει από το σώμα τους και ύστερα τους πουλά τη λύση. Αν εξαφανιζόταν η ενοχή για την κυτταρίτιδα, τις ρυτίδες ή τα κιλά, ένα τεράστιο τμήμα της καταναλωτικής οικονομίας θα έχανε τον λόγο ύπαρξής του.

Η Ναόμι Γουλφ, στο εμβληματικό βιβλίο Ο Μύθος της Ομορφιάς, έγραψε ότι «ένας πολιτισμός που εμμονικά ασχολείται με τη γυναικεία λεπτότητα δεν εκφράζει εμμονή με τη γυναικεία ομορφιά, αλλά εμμονή με τη γυναικεία υπακοή». Πίσω από το ιδεώδες του «τέλειου σώματος» δεν κρύβεται μια αθώα αισθητική προτίμηση, αλλά η απαίτηση για συνεχή αυτοπειθαρχία. Η γυναίκα καλείται να οργανώνει τη ζωή της γύρω από τη διαχείριση του σώματός της, επενδύοντας χρόνο, χρήμα και ψυχική ενέργεια σε μια διαδικασία που δεν ολοκληρώνεται ποτέ.

Το Τζούντιθ Μπάτλερ υποστήριξε ότι το σώμα δεν αποτελεί ποτέ μια ουδέτερη βιολογική πραγματικότητα, αλλά έναν τόπο όπου εγγράφονται κοινωνικοί κανόνες και σχέσεις εξουσίας. Αυτό που μια κοινωνία θεωρεί «φυσικό» ή «κανονικό», είναι προϊόν κοινωνικής κατασκευής. Η παραλία μετατρέπεται έτσι σε έναν χώρο επιτέλεσης αυτής της κανονικότητας. Η γυναίκα καλείται όχι μόνο να διαθέτει το «σωστό» σώμα, αλλά και να το παρουσιάζει με τον «σωστό» τρόπο. Όποια αποκλίνει –επειδή είναι παχιά ή πολύ αδύνατη, επειδή έχει κυτταρίτιδα, επειδή δεν έχει αποτριχωθεί ή επειδή αρνείται να συμμορφωθεί με τους επιβεβλημένους κώδικες περιποίησης– αντιμετωπίζεται ως σώμα που πρέπει να διορθωθεί ή να γελοιοποιηθεί. Η αισθητική αποκαλύπτεται, έτσι, ως ένας ακόμη τρόπος άσκησης εξουσίας.

Η πολιτική του βλέμματος

Οι συνέπειες αυτής της πραγματικότητας είναι ήδη ορατές. Οι διατροφικές διαταραχές αυξάνονται, ενώ η εικόνα σώματος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πηγές άγχους στην εφηβική ηλικία, ιδίως για τα κορίτσια. Δεν χρειάζεται πλέον να ξεφυλλίσουν κάποιο περιοδικό μόδας για να αισθανθούν ανεπαρκή, αρκεί να ανοίξουν το κινητό τους. Εκεί θα μάθουν ότι το σώμα τους είναι ένα αέναο σχέδιο υπό διόρθωση.

Δεν πρόκειται, λοιπόν, για ένα δευτερεύον πολιτισμικό ζήτημα αλλά για ζήτημα δημοκρατίας και κοινωνικής ισότητας. Μια κοινωνία που υποχρεώνει εκατομμύρια γυναίκες να αφιερώνουν αμέτρητες ώρες στην επιτήρηση του σώματός τους, αφαιρεί από αυτές χρόνο, αυτοπεποίθηση, δημιουργικότητα και τελικά πολιτική δύναμη.

Η υπεράσπιση της σωματικής αυτονομίας δεν αποτελεί, άρα, «πολιτική ταυτότητας», όπως συχνά υποστηρίζεται υποτιμητικά. Αποτελεί ζήτημα κοινωνικής ισότητας. Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική χειραφέτηση όταν εκατομμύρια γυναίκες εξακολουθούν να κουβαλούν το βάρος μιας διαρκούς επιτήρησης και αξιολόγησης της εξωτερικής τους εμφάνισης. Η πραγματική ελευθερία δεν θα κατακτηθεί όταν οι γυναίκες αποκτήσουν το «τέλειο» σώμα, αλλά όταν πάψει να ενδιαφέρει οποιονδήποτε αν το σώμα τους ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αγοράς, της πατριαρχίας ή των αυτοδιορισμένων επιθεωρητών της παραλίας. Γιατί το γυναικείο σώμα δεν είναι δημόσια ιδιοκτησία, δεν είναι προϊόν προς αξιολόγηση ούτε αντικείμενο προς κατανάλωση. Είναι ο τόπος της ελευθερίας ενός ανθρώπου. Και κάθε απόπειρα ελέγχου του δεν είναι τίποτε λιγότερο από μια απόπειρα περιορισμού αυτής της ελευθερίας.