Τζάστιν Τόρρες Διαγραφές, μετάφραση Θωμάς Σκάσσης, εκδόσεις: Πατάκης, 2026

Τι μένει από μια ζωή όταν η Ιστορία έχει αποφασίσει να μην τη θυμάται; Και τι μπορεί να κάνει η λογοτεχνία όταν το αρχείο, αντί να διασώσει μια φωνή, την έχει ήδη φιλτράρει, ταξινομήσει, παθολογικοποιήσει ή σβήσει; Σε αυτά τα ερωτήματα επιστρέφει διαρκώς ο Τζάστιν Τόρρες στις Διαγραφές (Blackouts, στον πρωτότυπο τίτλο), ένα μυθιστόρημα που κινείται στα όρια της μυθοπλασίας, του τεκμηρίου, της βιογραφίας και της ποιητικής σύνθεσης, και τιμήθηκε το 2023 με το National Book Award for Fiction.

Ο Τόρρες, γνωστός από το Εμείς τα θηρία (μτφρ. Θωμάς Σκάσσης, Πατάκης, 2014), επιλέγει εδώ μια πολύ διαφορετική αφηγηματική διαδρομή. Στο κέντρο της βρίσκεται η συνάντηση δύο αντρών σ’ έναν αλλόκοτο τόπο, το Παλάτι, κάπου στην καλιφορνέζικη έρημο. Ο νεότερος, ο Μπέμπης, φτάνει εκεί για να συναντήσει τον Χουάν Γκέυ, έναν ηλικιωμένο άντρα στις τελευταίες ημέρες της ζωής του. Οι δυο τους είχαν γνωριστεί χρόνια πριν σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα, και η σχέση τους έχει κάτι από τη διάδραση μαθητή και δασκάλου, αλλά και από εκείνη την παράξενη συγγένεια που δημιουργείται όταν ένας άνθρωπος αναγνωρίζει στον άλλον ένα κομμάτι της δικής του ιστορίας.

Ο Χουάν αργοπεθαίνει και, καθώς το σώμα του αναχωρεί σιγά σιγά από τον κόσμο, η αφήγηση γίνεται ο τελευταίος τρόπος να παραμείνει ζωντανός. Οι νύχτες στο Παλάτι γεμίζουν ιστορίες, αναμνήσεις, πρόσωπα, έρωτες κι απώλειες. Ο ηλικιωμένος αφηγείται, χωρίς να παραδίδει όμως μια ολοκληρωμένη βιογραφία∙ αντίθετα, παραδίδει θραύσματα. Σαν άνθρωπος που αναγνωρίζει το επείγον της θνητότητάς του, προσπαθεί να διασώσει κάτι μεγαλύτερο. Και κάπου εδώ η προσωπική ιστορία των δύο αντρών ανοίγει προς τη μεγάλη Ιστορία.

Από το τεκμήριο στη μυθοπλασία

Γιατί στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται ένα πραγματικό ιστορικό τεκμήριο. «Μια έρευνα με τίτλο: Σεξουαλικές Παραλλαγές: Μια μελέτη των ομοφυλοφιλικών προτύπων», μια εκτενής μελέτη για την ομοφυλοφιλία που δημοσιεύτηκε το 1941. Πίσω από αυτή βρίσκεται η Ζαν Γκέυ, ψευδώνυμο της Χέλεν Ράιτμαν, μιας γυναίκας που είχε πραγματοποιήσει πολύχρονη έρευνα τις δεκαετίες του ’20 και του ’30 με εκατοντάδες συνεντεύξεις ομοφυλόφιλων αντρών και γυναικών. Η συμβολή της, ωστόσο, σχεδόν αποσιωπήθηκε στην τελική μορφή του έργου, ενώ οι μαρτυρίες που είχε συγκεντρώσει εντάχθηκαν σε ένα διαστρεβλωμένο επιστημονικό πλαίσιο που παρουσίασε την ομοφυλοφιλία ως παθολογία. Ο Τόρρες παίρνει αυτό το πραγματικό βιβλίο και κάνει κάτι ριζικά ανατρεπτικό. Δεν το παραθέτει απλώς, αλλά επεμβαίνει πάνω του.

Οι σελίδες αυτής της έρευνας εμφανίζονται στις Διαγραφές με μεγάλα τμήματα σβησμένα. Μαύρες χοντρές γραμμές καλύπτουν το αρχικό κείμενο, επιτρέποντας να επιβιώσουν εδώ κι εκεί λέξεις και φράσεις. Από όσα απομένουν, γεννιούνται νέα κείμενα. Πρόκειται για την τεχνική της erasure poetry, της «ποίησης της διαγραφής», όταν ένα υπάρχον κείμενο δεν καταστρέφεται, αλλά μετασχηματίζεται, ώστε από τις λέξεις που απομένουν να προκύψει μια νέα φωνή.

Έτσι, ο τίτλος Διαγραφές (Blackouts) αποκαλύπτει όλο του το βάθος.Το blackout είναι το κενό μνήμης, η απώλεια της συνείδησης, η συσκότιση. Είναι όμως και η μαύρη επιφάνεια πάνω στη σελίδα. Η διαγραφή. Η λογοκρισία. Το ίδιο το κενό μέσα στην Ιστορία. Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι ο Τόρρες δεν επιχειρεί να γεμίσει αυτά τα κενά. Τα κάνει ορατά. Η διαγραφή μετατρέπεται έτσι σε δημιουργική πράξη. Το αρχικό τεκμήριο έλεγε μια ιστορία μέσα από τη γλώσσα της εποχής του, ενώ ο Τόρρες το ξαναδιαβάζει από άλλη σκοπιά. Αφαιρώντας, αποκαλύπτει. Μαυρίζοντας, φωτίζει. Μέσα από τη σιωπή αναζητά μια φωνή.

Οπότε, οι Διαγραφές μπορούν να διαβαστούν ως μια σύγχρονη μορφή μυθιστορήματος τεκμηρίων (documentary fiction), χωρίς ωστόσο να συγκατατάσσεται απόλυτα στην κατηγορία. Η Μπάρμπαρα Φόλεϊ έχει δείξει πως το μυθιστόρημα τεκμηρίων κινείται ακριβώς στη μεθόριο, ενσωματώνοντας πραγματικά τεκμήρια στη λογοτεχνική κατασκευή.[1]Στον Τόρρες, όμως, το τεκμήριο δεν χρησιμεύει απλώς για να προσδώσει αληθοφάνεια στη μυθοπλασία, γίνεται αντικείμενο κριτικής, επεξεργασίας και επανεγγραφής.

Ίσως γι’ αυτό ο ακριβέστερος χαρακτηρισμός να είναι η αρχειακή μυθοπλασία. Πρόσφατες ακαδημαϊκές μελέτες για τις Διαγραφές έχουν εστιάσει ακριβώς σε αυτή τη σχέση με το αρχείο, υποστηρίζοντας ότι ο Τόρρες δημιουργεί μέσα από τη μυθοπλασία ένα είδος μη «συμβατικού» αρχείου, συνταιριάζοντας ιστορικά έγγραφα, προσωπική μνήμη, εικόνες και επινοημένη αφήγηση.[2] Η Ιστορία, επομένως, είναι ένα αρχείο γεμάτο κενά, σιωπές και παραλείψεις. Και ο Τόρρες αναγκάζει τον αναγνώστη να σταθεί απέναντί του όχι ως καταναλωτής μιας αδιαπραγμάτευτης αλήθειας, αλλά ως ερευνητής.

Η αμφιβολία κομμάτι της αλήθειας

Αυτό φέρνει τις Διαγραφές κοντά και στην έννοια της κριτικής μυθοπλασίας, όπως την έχει διατυπώσει η Σαντίγια Χάρτμαν, στην προσπάθεια, δηλαδή, να προσεγγίσει ζωές που το αρχείο κατέγραψε ελλιπώς ή παραμόρφωσε, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι τα κενά του δεν μπορούν να αποκατασταθούν πλήρως.[3] Ο Τόρρες δεν προσποιείται ότι γνωρίζει τι ακριβώς συνέβη. Αφήνει, αντίθετα, την αμφιβολία να παραμείνει μέσα στο έργο. Και αυτή η αμφιβολία είναι κομμάτι της αλήθειας του.

Ο Μπέμπης έχει τα δικά του blackouts. Κι οι αναμνήσεις του Χουάν ξεθωριάζουν. Οι σελίδες είναι μαυρισμένες. Η Ιστορία από μόνη της έχει κενά. Και ο αναγνώστης είναι αναγκασμένος να ανασυνθέσει μια συνολική εικόνα, σκάβοντας κάτω από όσα έχουν απομείνει, όπως ο Χουάν κάνει με το ξήλωμα της παλιάς ταπετσαρίας-κορυφαίας μεταφοράς του κειμένου. Έτσι, η μορφή του βιβλίου γίνεται η ίδια η θεματική του.

Η μνήμη διακόπτεται. Και η αφήγηση. Η Ιστορία σιωπά. Και η σελίδα μαυρίζει. Οι άνθρωποι εξαφανίζονται. Και τα ονόματά τους επιβιώνουν σαν θραύσματα. Μέσα σ’ αυτό το τοπίο η σχέση του Χουάν με τον Μπέμπη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Χουάν, πεθαίνοντας, δεν παραδίδει στον νεότερο φίλο του απλώς έναν φάκελο με τεκμήρια, αλλά το χρέος να θυμάται, να αφηγείται, να υμνεί την ανθεκτικότητα της queer μνήμης.

Η σκηνή, εξάλλου, του ετοιμοθάνατου δίπλα στον οποίο κάθεται ένας νεότερος ακροατής ή που εξομολογείται τη ζήση του έχει μακρά λογοτεχνική παράδοση: από τον Θάνατο του Ιβάν Ίλιτς του Τολστόι, έως το Ο Μαλόν πεθαίνει του Μπέκετ και την Πατρική κληρονομιά του Ροθ, το κρεβάτι του θανάτου γίνεται χώρος εξομολόγησης, αναδρομής και μεταβίβασης. Στον Τόρρες, ωστόσο, αυτό που μεταβιβάζεται δεν είναι απλώς η προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου. Είναι μια ολάκερη χαμένη πολιτισμική κληρονομιά. Κι εδώ βρίσκεται ίσως και η βαθύτερη συγκίνηση του βιβλίου.

Υπό αυτή την έννοια, οι Διαγραφές είναι ένα βιβλίο για το τι σημαίνει να κληρονομείς μια ιστορία που δεν γράφτηκε για σένα. Είναι επίσης ένα βιβλίο για την ευθύνη της ανάγνωσης, αφού ο αναγνώστης οφείλει να κοιτάξει κάτω από το μαύρο. Να ακούσει μέσα στη σιωπή. Να αποδεχτεί ότι κάποια κενά είναι σαν μαύρες τρύπες, που δεν θα κλείσουν ποτέ καραδοκώντας να σε καταπιούν. Κι ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο ριζοσπαστικό της αφηγηματικής τόλμης του Τόρρες, ότι δεν γράφει πάνω στο αρχείο. Γράφει μέσα στις τρύπες του.

Οι Διαγραφές είναι ένα μυθιστόρημα για το πώς μπορεί να γραφτεί η Ιστορία όταν τα επίσημα αρχεία έχουν αποσιωπήσει ή παραμορφώσει τις εμπειρίες ολόκληρων κοινοτήτων. Είναι ένα μυθιστόρημα που μετατρέπει τη διαγραφή σε αφηγηματική μορφή. Και μας θυμίζει πως ίσως η λογοτεχνία να μην καταφέρνει να σώσει πάντοτε όσα χάθηκαν. Μερικές φορές όμως κάνει κάτι πιο ταπεινό αλλά πιο ουσιαστικό. Μας μαθαίνει να κοιτάζουμε προσεκτικά τα ίχνη που άφησαν πίσω τους.

Ρένα Σαμαρά-Μάινα

1. Barbara Foley, Telling the Truth: The Theory and Practice of Documentary Fiction, Cornell University Press, 1986.

2. Emanuel Moreira Rodríguez, «Disrupting the archive: Jan Gay’s maricomio in Blackouts by Justin Torres», Ambigua, 2025.

3. Zorimar Rivera Montes, «The Playful Opacity of Justin Torres: On Blackouts», NYU Latinx Project, 2023.