Σέλβα Αλμάδα, Οι πλινθοποιοί, μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις: Κλειδάριθμος, 2026

Ο Πάχαρο Ταμάι βρίσκεται στο λούνα παρκ, αλλά είναι σωριασμένος στο χώμα: κάτι δεν πάει καλά, δεν καταλαβαίνει ακριβώς, μέχρι που ξαφνικά «μπήκε στο νόημα και συνειδητοποιεί ότι πεθαίνει». Δίπλα του, ο Μαρσιάνο Μιράντα, «ξαπλωμένος μπρούμυτα, με το ένα μόνο μάτι ανοιχτό», κι αυτός στον ίδιο δρόμο προς το τέλος.

Έτσι αρχίζει το βιβλίο της Σέλβα Αλμάδα: από την πρώτη σελίδα μάς αποκαλύπτει την τελική έκβαση της ιστορίας της, καθώς δεν είναι η έκβαση, το τραγικό φινάλε, αυτό που κυρίως την ενδιαφέρει – άλλωστε, την τραγωδία μπορούν να την προβλέψουν ο αναγνώστης και η αναγνώστρια, τη βλέπουν να έρχεται. Αυτό που θέλει να αφηγηθεί η συγγραφέας είναι ο δρόμος του μίσους: σε ποια μονοπάτια βάδισαν αυτοί οι δύο νέοι άνθρωποι (αλλά και όλοι οι άλλοι γύρω τους) για να καταλήξουν αιμόφυρτοι στη λάσπη του λούνα παρκ.

 Μέσα από ιστορίες και αναμνήσεις που μας πηγαίνουν μπρος πίσω στον χρόνο, η συγγραφέας πλέκει μια αφήγηση που εξιστορεί βήμα βήμα πώς οι Ταμάι φτάνουν στην απόφαση να αναλάβουν τη μάντρα για τα τούβλα, «συναντώντας» έτσι τους Μιράντα, που είναι παλιοί στη δουλειά, πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη των οικογενειών, πώς χτίζεται το μίσος ανάμεσα στις δύο φαμίλιες, παρόλο που τελικά «κανείς δεν θυμόταν την αιτία της ρήξης». Και τελικά πώς δημιουργείται, όχι ως μια ιδιαιτερότητα αλλά ως κομμάτι, ως ψηφίδα μιας ολόκληρης κοινωνίας που ζει σε εκείνο τον αγριότοπο, αυτή η λυσσαλέα σύγκρουση όπου οι κανόνες είναι σύντομοι, απλοί, σαφείς: «τον πατέρα του τον είχαν σκοτώσει κι αυτός, ο μεγαλύτερος γιος, έπρεπε να εκδικηθεί». Πώς, με επίκεντρο και κινητήριο μοχλό τους ιδιοκτήτες δύο παραδοσιακών τουβλάδικων, δημιουργείται μια κουλτούρα μίσους και έχθρας που συμπαρασύρει τους πάντες, προφανώς και τους νεότερους: «είχαν τέτοιο μίσος ο ένας για τον άλλο που είχαν ξεχάσει ακόμα και ότι κάποτε υπήρξαν φίλοι». Και βέβαια, εκεί όπου η μοναδική γλώσσα συνεννόησης είναι το αντριλίκι και η ανεξέλεγκτη βία, μια βία που μολύνει τους πάντες και εγκλωβίζει ή παρασέρνει κι εκείνους που ίσως αρχικά δεν θέλουν να εμπλακούν, όταν προκύπτει και ένας έρωτας που σπάει τους πιο «δεδομένους» και «βασικούς» κανόνες, τότε η τραγωδία είναι μονόδρομος. Και η αφήγηση θα επιστρέψει εκεί που άρχισε, και η ζωή θα συνεχιστεί.

 Στις σελίδες του βιβλίου η ιστορία εξελίσσεται ενώ οι δύο τραυματίες αργοπεθαίνουν σωριασμένοι στο χώμα του λούνα παρκ – προσπαθούν μάταια να κρατηθούν στη ζωή, σκέφτονται και θυμούνται. Αυτό που κάνει την αφήγηση της Αλμάδα να ξεχωρίζει είναι ο τρόπος που διαχειρίζεται το υλικό και την ιστορία της, η σύνθεση, το ύφος, η γλώσσα του κειμένου, καθώς σκιαγραφεί μια εικόνα της ζωής στην τραχιά επαρχία της Αργεντινής – εργάτες που δουλεύουν στα μπαμπακοχώραφα, θλιβερά μπαρ σε πανδοχεία, δουλειές του ποδαριού και ανασφάλεια, άνθρωποι που τα βγάζουν δύσκολα πέρα στους ερημότοπους και, βέβαια, άντρες που «αντάλλασσαν συμβουλές πώς να φέρονται στις γυναίκες για να κάθονται ήσυχες και στη θέση τους». Η φύση έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το πώς οικοδομεί η συγγραφέας τους χαρακτήρες, γυναίκες και άντρες, που εμπλέκονται σε αυτή τη σκληρή ιστορία: τις ψυχολογικές διαδρομές, τις κρίσιμες λεπτομέρειες που μπορεί να κρίνουν τις αποφάσεις, τις ολέθριες παρεξηγήσεις, τις δυσδιάκριτες αποχρώσεις, τις αντιφάσεις και τα στερεότυπα.

 Η –γεννημένη στο Έντρε Ρίος, στη βορειοανατολική Αργεντινή– συγγραφέας είναι από τις φωνές που ξεχωρίζουν στη σύγχρονη αργεντίνικη λογοτεχνία. Είχε βρεθεί στην Αθήνα, στο πλαίσιο του 1ου Διεθνούς Λογοτεχνικού Φεστιβάλ, όπου ήταν, νομίζω, από τις πιο ενδιαφέρουσες παρουσίες, είτε μιλούσε για τη λογοτεχνία της είτε για την Ακροδεξιά, για τον Μιλέι ή για τους αγώνες των φεμινιστριών στην Αργεντινή. Οι Πλινθοποιοί είναι το τέταρτο βιβλίο της Αλμάδα που κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα ελληνικά.