Στιγμιότυπο από την καμπάνια του ΤΑΜΕΥ κατά της μετανάστευσης (Πηγή: tamey.gov.gr)
Η πολιτική είναι γεμάτη διλήμματα, γι’ αυτό δεν είναι απλή υπόθεση. Κάθε επιλογή έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Η ανάγκη να συγκεραστούν διαφορετικές στοχεύσεις είναι πολύ συχνή, και δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί το μείγμα κάθε φορά –λέω κάθε φορά γιατί δεν μπορεί παρά να αλλάζει κάθε τόσο. Πολύ συχνά παραιτούμαστε από αυτές τις δύσκολες αποφάσεις, παίρνουμε τη μία άκρη και πάμε, κρύβοντας τις αμφιβολίες μας κάτω από ένα ύφος κούφιας αυτοπεποίθησης. Ωστόσο, δεν πρέπει να πάψουμε να σκεπτόμαστε πάνω στα δεδομένα αυτών των διλημμάτων, χωρίς φόβο και πάθος. Θα αναφερθώ σε δύο τέτοια διλήμματα που μας ταλαιπωρούν τον τελευταίο καιρό –μεταξύ άλλων φυσικά.
Μεταναστευτικό και δημογραφικό
Δεν αποτελεί έκπληξη τα (ακρο)δεξιά κόμματα να επενδύουν στους φόβους της κοινωνίας, πουλώντας ταυτόχρονα προστασία. Έτσι, βλέπουμε στην τηλεόραση ένα άθλιο σποτ που μας ενημερώνει ότι η ελληνική κυβέρνηση σέβεται αυτούς που δικαιούνται άσυλο (ακόμα και αυτούς που κουβεντιάζουν στο σποτ λέγοντας ότι δεν έπρεπε να είχαν μπει στη βάρκα!), αλλά ξέρει και να προστατεύει (δείχνοντας εικόνες με στρατά και στρατόπεδα). Στον δρόμο προς τις εκλογές η ΝΔ σίγουρα θα μας λέει ότι μπορεί να νικήσει εισβολείς σαν… τους μετανάστες. Απέναντι σε αυτή την ακροδεξιά και ρατσιστική ρητορική, η Αριστερά πολύ σωστά μιλά για τα δικαιώματα των μεταναστών. Όμως αυτή η ρητορική δεν μπορεί να κατισχύσει έναντι της ρητορικής της ΝΔ που εύκολα μεταφέρει την ατζέντα στο εν λόγω θέμα.
Η Αριστερά δυσκολεύεται να εντάξει στη ρητορική της τα περί ανάγκης εργατικών χεριών (αν και λείπουν εκατοντάδες χιλιάδες) και ανάγκης συγκράτησης της δημογραφικής κατάρρευσης (που θα αποτελειώσει την επαρχία, τον αγροτικό τομέα και τα ασφαλιστικά ταμεία, και θα συντηρητικοποιήσει την κοινωνία). Θεωρεί ότι αν δεν μιλάς επιδεικτικά και αποκλειστικά για τα δικαιώματα, προσχωρείς στην ατζέντα του αντιπάλου. Υπερβολές που πλέον κοστίζουν. Δεν υπάρχει κανένας ιδεολογικός λόγος η Αριστερά να μην αποκρούει τις κραυγές της (ακρο)Δεξιάς με επιθετική ρητορική που αντιγυρίζει τις κατηγορίες περί κινδύνων για την κοινωνία και αντιπατριωτική στάση. Αντί η Αριστερά να εγκαλεί τη Δεξιά για «απόπειρα εξαφάνισης της ελληνικής κοινωνίας» –καθότι διώχνει κάθε άνθρωπο που θα ήθελε να μείνει στην Ελλάδα– λέγοντας ότι είναι «μπούρδες» οι κίνδυνοι που δείχνει το τηλεοπτικό σποτ που ανέφερα, αντί να πλαισιώνει το μεταναστευτικό ζήτημα με δημογραφικούς όρους, αδυνατεί να συμπληρώσει τη δικαιωματική της ρητορική με οτιδήποτε άλλο, λες και το ένα αποκλείει το άλλο. Ενώ η ΝΔ συντρίβει το μέλλον ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας με τη μεταναστευτική της πολιτική, η Αριστερά δεν μπορεί να πει με αυτοπεποίθηση: «αυτά που λέτε είναι άσχετα, και τα λέτε για να μην απαντήσετε γιατί, αφού χρεοκοπήσατε την ελληνική κοινωνία, τώρα θέλετε να την οδηγήσετε στην εξαφάνιση». Μεγάλωσα σε ένα αγροτικό χωριό, δουλεύω με μετανάστες εδώ και δεκαετίες. Οπότε, με τα λόγια τα δικά τους: «Βαλσαμωμένο πουλί να μας δώσουν, θα πετάξει…»
Ριζοσπαστισμός και διαχείριση
Ομοίως, μας ταλαιπωρεί η ιδέα ότι ο ριζοσπαστισμός και η μετριοπάθεια έχουν υδραυλική σχέση και ότι ο πρώτος δίνει καθαρό στίγμα ανατροπής ενώ η δεύτερη εκπέμπει συμβιβασμό με το σύστημα. Αντιστοίχως, πιστεύουμε ότι αυτό που θέλει ο κόσμος (ο πολύς, ο δημοκρατικός, οι από κάτω, όχι όλος ντε και καλά) είναι ριζοσπαστισμός, ειδικά στην εποχή μας που τα προβλήματα οξύνονται – οπότε «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Και ταλαιπωρούμαστε, και τσακωνόμαστε κάθε φορά που ένα αριστερό ριζοσπαστικό κόμμα ανεβαίνει ενώ ένα κεντροαριστερό πέφτει, ή όταν ένα ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα πέφτει και ένα κεντροαριστερό ανεβαίνει. Και αυτό συμβαίνει γιατί δεν μπορούμε να εμπεδώσουμε την ιδέα ότι ο περισσότερος κόσμος ζητά πάντα ένα μείγμα ριζοσπαστισμού και μετριοπάθειας. Ή, επειδή δεν χρησιμοποιεί καν αυτούς τους όρους που δεν του είναι καθόλου χρήσιμοι (σε αντίθεση με τους δημοσιολογούντες), ζητά αλλού αλλαγές και αλλού διαχείριση. Ζητά επίσης αλλαγές μέχρις ενός σημείου που ούτε αυτός το ξέρει εκ των προτέρων ούτε μπορεί να το επικοινωνήσει απαραίτητα ώστε να πράξουν αναλόγως οι πολιτικοί δρώντες. Στο πλαίσιο αυτό μια χαρά του είναι ένα ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα που μπορεί να φέρει αλλαγές χωρίς να κινείται σε αχαρτογράφητα νερά, μια χαρά είναι και ένα κεντροαριστερό κόμμα που δεν διαχειρίζεται απλώς αλλά μπορεί να φέρει αλλαγές. Η πολιτική δεν είναι ούτε η τέχνη του εφικτού ούτε αυτή του ανέφικτου. Ούτε η παραμονή εντός των ορίων, ούτε η αιώνια σύγκρουση για την ασταμάτητη υπέρβαση των ορίων. Και οι ψηφοφόροι ούτε είναι μόνιμα μπροστά από τα κόμματα ούτε πίσω από τα κόμματα. Και είναι συχνά οι ίδιοι που άλλοτε είναι μπροστά και άλλοτε πίσω, στη συντριπτική τους πλειοψηφία σε αυστηρό πλαίσιο ανάθεσης. Οπότε θα πρότεινα, όταν μιλάμε για ριζοσπαστισμό να μην ανακατεύουμε επαναστατικές μνήμες και γενεαλογίες με την πρόθεση ψήφου σε κάποιο outsider κόμμα. Είναι λογικό άλμα.
Πράγματι, τα κόμματα που δεν μιλούν για αλλαγές ακυρώνουν τον εαυτό τους στα μάτια των μη βολεμένων της κάθε κοινωνίας, που είναι και η πλειονότητα. Για την ακρίβεια, το αίτημα για αλλαγή και για αριστερό λαϊκισμό (με την ακαδημαϊκή έννοια του όρου) είναι ισχυρό. Εξίσου ισχυρό όμως είναι και το αίτημα της ικανότητας, κάτι που αφορά την πείρα και ιστορία της παράταξης, το πρόσωπο του επικεφαλής και την ομάδα που τον πλαισιώνει. Γι’ αυτό τα κόμματα που μόνο λαϊκίζουν (πχ. της Κωνσταντοπούλου, της Καρυστιανού) δυσκολεύονται να πείσουν ευρύτερα ακροατήρια να παράσχουν παρατεταμένη στήριξη. Οι ψηφοφόροι αξιολογούν τις επιδόσεις των κομμάτων και στα δύο πεδία. Και, τέλος, αξιολογούν τα αφηγήματα, αποκωδικοποιούν τις κοινωνικές εγκλίσεις, συνδέονται συναισθηματικά (ή όχι), αλλά δεν εμπιστεύονται τις εκθέσεις ιδεών. Αλλά, από την άλλη, εκείνο που περιμένουν δεν είναι μαθήματα λογιστικής ή μικροοικονομίας.





